Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ο Λόρδος του Γκέιτς Τάουν

Ιστορία Έβδομη

Ο Λόρδος του Γκέιτς Τάουν

Ζωντός Μιχαήλ

moonpic

Image courtesy of Gualberto107 at FreeDigitalPhotos.net

Το πρώτο πράγμα που είδε όταν άνοιξε τα μάτια του ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Το ξύπνημα ήταν αργό και βασανιστικό. Το συνόδευε ένας οξύς πονοκέφαλος και μια αίσθηση γέννησης –ένιωσε σα να ερχόταν για πρώτη φορά στη ζωή. Μόνο που αυτήν τη φορά οι αναμνήσεις τον ακολούθησαν –όλες οι στιγμές της ζωής του ήταν εκεί, όμορφες, δυσάρεστες, αδιάφορες. Είχαν κρατήσει τα χρώματά τους ακόμα και μέσα στο πηχτό μαύρο του κενού.

«Που είμαι;» αναρωτήθηκε σιωπηλά καθώς τα χείλη δεν ακολούθησαν τη σκέψη του. Το γεγονός τον προβλημάτισε έντονα μα ένιωσε ανήμπορος να κάνει κάτι γι’ αυτό. Προσπάθησε να κουνήσει το δεξί του χέρι –το καλό του χέρι- μα τίποτα. Τα πόδια του ήταν κι αυτά ακίνητα σαν παγωμένο μάρμαρο. Αν μπορούσε να εμπιστευτεί τις μπερδεμένες απ’ το σκοτάδι και την ακινησία αισθήσεις του ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα σε κάποιο δωμάτιο με πολύ κακή ποιότητα αέρα. Κάθε αναπνοή του απαιτούσε προσπάθεια, κάθε εισπνοή οξυγόνου ήταν αργή και επίπονη.

Ένας μικρός, ξαφνικός και γρήγορος ήχος έκανε το αίμα του να παγώσει. «Κάτι είναι εδώ» σκέφτηκε. «Δεν είμαι μόνος». Ο ήχος σταμάτησε αμέσως, ήταν σα να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ίσως να ήταν η ιδέα του. Παράλληλα ένιωσε ένα ελαφρύ μυρμήγκιασμα να απλώνεται σε όλο του το κορμί. Ίσως οι αισθήσεις του να επανέρχονταν, ίσως σε λίγο θα μπορούσε να κουνηθεί, να σηκωθεί και να φύγει για πάντα από εκείνο το φρικιαστικό μέρος. Ίσως. Μα ο περίεργος, ξαφνικός, ενοχλητικός θόρυβος ακούστηκε ξανά. Ήταν σα ροκάνισμα ξύλου, σα χτύπος φτερών, σαν το ενοχλητικό τραγούδι ενός απαίσιου εντόμου. «Τι είναι αυτό; Που είναι;»

Όταν ένιωσε τα βήματα πάνω στο πρόσωπό του, εκείνα τα μικροσκοπικά τριχωτά ποδαράκια να διανύουν την απόσταση από το μέτωπο ως το λαιμό του και να συνεχίζουν προς το στήθος του ένιωσε φρίκη και αηδία. Και το ένιωσε όχι μόνο μια φορά, μα ξανά και ξανά και ξανά. Τα αηδιαστικά έντομα με τα γλοιώδη φτερά τους, τις μακριές κεραίες τους και τον ακανόνιστο βηματισμό διέσχιζαν το κορμί του, έμπαιναν στα ρουθούνια του, έσπρωχναν παιχνιδιάρικα τα βλέφαρά του. «Ας είναι ένα όνειρο. Ξύπνα! Ξύπνα να πάρει! Διώξε τα μακριά! Κουνήσου!». Μα δε μπορούσε να κουνηθεί, δε μπορούσε να τα διώξει από πάνω του. Ήξερε πως εκείνα γελούσαν, τον ειρωνεύονταν για την αδυναμία του.

Ένιωσε ιδρώτα στο μέτωπό του. Ήταν καλό σημάδι. Μπόρεσε να κουνήσει ελαφρά το κεφάλι του. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν ακόμα ακίνητο, λες και η βαρύτητα είχε νικήσει ολοκληρωτικά κάθε αντίστασή του. «Πρέπει. Είμαι ο λόρδος του Γκέιτς Τάουν. Πως βρέθηκα εδώ; Τι έχει συμβεί; Τα έντομα… Θεέ μου τα έντομα…» Μάζεψε όση δύναμη είχε στην ψυχή του. «Συγκεντρώσου!» σκέφτηκε. Με ορμή σήκωσε το κεφάλι του προς τα πάνω, μια γενναία κίνηση, μια ελπίδα λύτρωσης. Ένας υπόκωφος ήχος. Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός σα να είχαν χτυπήσει το κεφάλι του με σφυρί. Σχεδόν λιποθύμησε. «Ένας τοίχος…;» αναρωτήθηκε.

Το παιδί. Το καταραμένο εκείνο παιδί. Τον κοιτούσε με το αθώο βλέμμα του, με το γλυκό χαμόγελό του. Ήξερε πως δεν ήταν αθώο, τίποτε γλυκό δεν υπήρχε πάνω του. Εκείνος αγαπούσε τη μητέρα του, πόσο την αγαπούσε. Μα εκείνο… Τριγυρνούσε μέσα στα δωμάτια του αρχοντικού, έπαιζε, δε μιλούσε, ήταν μικρό ακόμα, μερικών ετών. Δεν ήταν δικό του. Δεν ήταν αίμα του. Την αγαπούσε. Μα αυτό δε θα το δεχόταν ποτέ. Έπρεπε να έχει έναν κληρονόμο. «Θα κάνουμε ένα παιδί μαζί» της είπε. «Αυτό θα το κλείσουμε σε μοναστήρι. Δεν έχω άλλους συγγενείς. Πρέπει να είναι αίμα μου. Αυτό θα το κλείσουμε σε μοναστήρι. Όπως ταιριάζει στα μπάσταρδα». Ένιωσε το απειλητικό βλέμμα του παιδιού. Δεν είχε φωνή. Η σιωπή όμως ήταν γεμάτη λέξεις.

Άνοιξε τα μάτια του. Καμιά διαφορά. Γιατί σκέφτηκε το παιδί; Γιατί; Που να ήταν τώρα εκείνο; Θα έπλεκε τους δαιμόνιους ιστούς του στους διαδρόμους το Γκέιτς Τάουν ενώ εκείνος ήταν κλεισμένος μέσα σε ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο. Ήταν χτισμένος εκεί; Ποιος να το έκανε αυτό; Εκείνο… Εκείνο… «Μη λες βλακείες» μάλωσε τον εαυτό του. «Είναι μόνο μερικών χρονών». Υπήρχαν πολλοί που τον ήθελαν νεκρό. Τόσοι εχθροί. Σφετεριστές. Ας μπορούσε να κουνήσει το χέρι του. Να διώξει τα ενοχλητικά πλάσματα απ’ το πρόσωπό του. Μα να! Σα να άκουσε μουσική! Ναι! Μουσική θα ήταν… κάπου κοντά… Μια γνώριμη μελωδία… Ένας όμορφος ρυθμός… Ναι… Σχεδόν σίγουρα… Ή… Μήπως… Όχι; Δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα. Μα οι νότες ακούγονταν τόσο καθαρά… Αλλά αν απλά ήταν στο μυαλό του; Αν απλά ήταν η σκέψη του, η ανάμνηση μιας μελωδίας που είχε ακούσει στο παρελθόν…; Αν το μυαλό του έπαιζε μαζί του…; Ίσως εκείνοι να το ήθελαν. Οι σφετεριστές…

Μα αυτή η μελωδία… Εκείνη που εκείνο αγαπούσε τόσο πολύ… Η μελωδία απ’ το μουσικό κουτί. Το κρατούσε στα χέρια του, γύριζε τη μικρή μανιβέλα διαρκώς, δεν το εγκατέλειπε ποτέ… Και εκείνη η μελωδία το ακολουθούσε παντού, όπου το οδηγούσαν τα μικρά πατουσάκια του… Ήταν το μυαλό του. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Δε μπορεί να ήταν και εκείνο εκεί. Δεν υπήρχε κάτι πιο τρομακτικό. Το παιδί και αυτός. Μόνοι στο σκοτάδι. «Όχι, να πάρει, όχι, άσε με ήσυχο!» Ούρλιαξε. Η φωνή του ακούστηκε οργισμένη μα χάθηκε στο κενό. Δεν ήταν κανείς εκεί για να τον ακούσει. Μα η μουσική. Ακουγόταν όλο και πιο πολύ, όλο και πιο δυνατά, πιο ξεκάθαρα. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο αιθέρια, τόσο γλυκιά, τόσο ονειρική… τόσο δαιμονικά καταραμένη. Ένα έντομο διέσχισε ύπουλα τα χείλη του. Ένιωσε τη γεύση του στη γλώσσα του, πικρή, γλοιώδη, φρικιαστική. Το μάσησε γοργά και οργισμένα. Το ένιωσε να λιώνει στο στόμα του, η γλίτσα του κολλούσε ανάμεσα στα δόντια του μα εκείνος συνέχισε να μασάει. Το μυρμήγκιασμα στο σώμα του. Το ένιωσε ξανά. Έκανε μια προσπάθεια να κουνήσει το δάχτυλό του. Τα κατάφερε. Μετά το επόμενο δάχτυλο. Έπειτα άλλο ένα. Και η μουσική ήταν τόσο δυνατή που ένιωθε τα αφτιά του να ματώνουν.

Και τότε το είδε. Ήταν ξαπλωμένο δίπλα του. Το σκοτάδι παρέμενε πανίσχυρο μα εκείνο ήταν εκεί. Ήταν αληθινό; Έδειχνε τόσο πραγματικό. Κρατούσε το μουσικό κουτί, τον κοιτούσε και χαμογελούσε χαιρέκακα. Μα κανένας ήχος δεν έβγαινε από τα χείλη του, μόνο η μελωδία ακουγόταν. Πόσο τον αηδίαζε να το βλέπει να βρίσκεται δίπλα του και να γελάει σιωπηλά. «Καταραμένο…» Εκείνο γελούσε πιο δυνατά, ξελιγωνόταν απ’ τα γέλια και τον έδειχνε με το ένα του δάχτυλο. Μα τότε εκείνος μπόρεσε να ελέγξει ξανά το κορμί του. Ένιωσε τα δάχτυλα των ποδιών του να κινούνται. Τα χέρια του. Ήταν μια όμορφη στιγμή. Κοίταξε το φρικιαστικό παιδί δίπλα του. Ένιωσε να πνίγεται. Ο αέρας. Τόσο βρώμικος. Θολός. Ανέπνεε θολό αέρα. Ήθελε όμως τόσο να το πνίξει. Να νιώσει το λαιμό του να λιώνει μέσα στα δάχτυλά του. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. Το παιδί βρισκόταν δεξιά του. Έφερε το χέρι στο πρόσωπό του και έδιωξε τα έντομα. Έπειτα γύρισε προς τα δεξιά. Όσο περισσότερο το κορμί του γυρνούσε προς τα δεξιά ένιωθε το δωμάτιο να μικραίνει. Όλο και πιο μικρό, όλο και πιο στενό. Στριμωχνόταν . Πονούσε. Τα χέρια του, οι ώμοι του. «Καταραμένο παιδί…» Όταν τελικά κατάφερε να γυρίσει μπρούμυτα το παιδί είχε χαθεί. Το ίδιο και η μελωδία. Και εκείνος δεν ανέπνεε πια.

Ο άνδρας περίμενε έξω απ’ το νεκροταφείο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή χωρίς αστέρια. Είχε το ένα του χέρι σφιγμένο σε γροθιά, δείγμα ψυχικής αναστάτωσης. Στο άλλο κρατούσε ένα φλασκί με κρασί. Ο μόνος ήχος που διέκοπτε τη νεκρική σιγή ήταν το φτυάρισμα που ακουγόταν μέσα απ’ το νεκροταφείο. Είχε διαρκέσει πάνω από μια ώρα και η ανυπομονησία του είχε κορυφωθεί. Όταν ο ήχος σταμάτησε είδε τον Πάολο να έρχεται προς το μέρος του. Ήταν βουτηγμένος στα χώματα και στη βρώμα. Πριν ο Πάολο προλάβει να πει το παραμικρό του έδωσε το φλασκί. «Πιες» του είπε. «Δούλεψες σκληρά». «Σ’ ευχαριστώ λόρδε μου» αποκρίθηκε ο Πάολο καθώς ρουφούσε με λαιμαργία το κρασί. «Είμαστε τόσο τυχεροί. Από τότε που άνοιξε το νέο νεκροταφείο στην πόλη κανείς δεν έρχεται εδώ πάνω. Ευτυχώς γιατί δε θα μπορούσαμε να ανοίξουμε τον τάφο». «Έτσι είναι Πάολο. Μόνο τώρα πες μου. Τι είδες;» «Φρικιαστικό λόρδε μου. Αποτρόπαιο. Μα είναι όπως το είχατε προβλέψει. Φαίνεται πως ο προηγούμενος λόρδος του Γκέιτσταουν θάφτηκε ζωντανός. Άνοιξα το καπάκι του φέρετρου. Ο σκελετός του ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. Κοιτούσε προς τη γη». «Φρικιαστικό το δίχως άλλο. Μα όχι απρόσμενο. Οι αναφορές στον τύπο της εποχής βέβαια λένε πως θάφτηκε κανονικά. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει σε κάποια περίεργη ταφή. Το δίχως άλλο ο δυστυχής άνδρας θάφτηκε ζωντανός. Ξύπνησε μέσα στον τάφο του και μέσα στη φρίκη της στιγμής γύρισε ανάποδα. Μια μάταιη προσπάθεια λύτρωσης». «Νεκροφάνεια τότε; Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο…». «Ναι, μα όχι φυσική. Βλέπεις Πάολο, η μητέρα μου ήθελε να γίνω ο λόρδος του Γκέιτς Τάουν. Ο πατριός μου ήταν αντίθετος με αυτό καθώς ήθελε ο διάδοχος του να έχει το αίμα του. Ήθελε να με κλείσει σε μοναστήρι και να κάνει ένα νέο παιδί με τη μητέρα μου. Ήμουν ένα μπάσταρδο βλέπεις. Όμως εκείνη κατάφερε, αφού πέθανε ο πατέρας μου, να πείσει τους πάντες πως έπρεπε να τον διαδεχτώ. Ο θάνατος του πατριού μου ήταν ξαφνικός και απρόσμενος. Κανείς όμως δεν προβληματίστηκε ιδιαίτερα. Εκτός από μένα. Μήνες μετά, ο σκύλος μου μπήκε στο δωμάτιο της μητέρας μου. Το βρήκα νεκρό πάνω από ένα σπασμένο φιαλίδιο. Είχε πιει κάποιο περίεργο υγρό. Οργισμένος πήρα το σκύλο μου και χάθηκα μέσα στο δάσος. Μετά από λίγες μέρες όμως ξαναήρθε στη ζωή. Με αργές κινήσεις. Ζωντάνεψε. Ήταν αδύναμο στην αρχή μα ζωντανό. Όταν γύρισα στο σπίτι η μητέρα μου ήταν οργισμένη. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στο δωμάτιο της. Παραμιλούσε στον ύπνο της. Δυο σταγόνες αρκούν, έλεγε. Δυο σταγόνες αρκούν. Δεν μπορούσα φυσικά να το επιβεβαιώσω. Μόνο με το άνοιγμα του νέου νεκροταφείου ήταν εφικτό. Το σκάνδαλο θα ήταν μεγάλο αν γινόταν γνωστό το γεγονός». « Ώστε ήταν η μητέρα σας…».

Ο λόρδος του Γκέιτς Τάουν έγνεψε θετικά. «Φαίνεται τόσο ήρεμη. Κοίταξε την. Λες να καταλαβαίνει πως αποκαλύψαμε το μυστικό της;». Ο Πάολο κοίταξε τη γυναίκα που βρισκόταν σε ένα αναπηρικό καροτσάκι δίπλα τους. «Πόσο καιρό είναι έτσι κύριε;». «Τις τελευταίες μέρες. Έπεσε σε κατατονία, δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον». Ο λόρδος κοίταξε τον Πάολο αυστηρά. «Κάνε της μια χάρη Πάολο. Μόνο εσύ μπορείς να τη λυτρώσεις απ’ το μαρτύριό της. Και να την τιμωρήσεις για τις αμαρτίες της. Τοποθέτησέ τη δίπλα στο άντρα της. Θάψε την μαζί του. Εκεί ανήκει». «Μα λόρδε μου…». «Είναι διαταγή Πάολο. Τώρα».

Ο Πάολο έσπρωξε την αναπηρική καρέκλα προς την είσοδο του νεκροταφείου. Το τελευταίο βλέμμα της μητέρας προς τον γιο της, το λόρδο του Γκέιτς Τάουν, ήταν αδιάφορο και παγωμένο. Εκείνος χαμογελούσε. Το φιαλίδιο ήταν στο χέρι του. Δυο σταγόνες αρκούν. Δυο σταγόνες στο κρασί του Πάολο. Σύντομα οι δύο άνθρωποι που ήξεραν το μυστικό θα ήταν θαμμένοι. Οι δύο άνθρωποι που ήξεραν τον τρόπο με τον οποίο ένα μπάσταρδο έγινε ο λόρδος του Γκέιτς Τάουν.

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα .

Αδάμαστος Χειμώνας: Η Αναγέννηση του Ελληνικού Κινηματογράφου του Φανταστικού.

Ζωντός Μιχαήλ

Το 2013 θα μείνει στη μνήμη μας ως η χρονιά της αναγέννησης του Ελληνικού κινηματογράφου του φανταστικού. Παρότι το συγκεκριμένο είδος έχει μεγάλη παράδοση στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής τα διαμάντια του έχουν μείνει κρυμμένα, βυθισμένα στη μνήμη των φανατικών του είδους και ξεχασμένα απ’ το ευρύ κοινό. Η πιο δημοφιλής ταινία του χώρου μέχρι στιγμής παραμένει μάλλον Το Κακό (2005) του Γιώργου Νούσια μαζί με το sequel του Το Κακό στην Εποχή των Ηρώων (2009), δύο ενδιαφέρουσες ταινίες οι οποίες έφεραν για πρώτη φορά στους δρόμους της Αθήνας τα γλυκύτατα νεκροζωντανά πλασματάκια που αγαπήσαμε στις ταινίες του George Romero, έστω και με τη μορφή της (σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένης) παρωδίας. Ένα σύντομο flashback θα φέρει στη μνήμη πολλές ακόμα αξιόλογες προσπάθειες όπως, για παράδειγμα, τη Μέδουσα (1998) του Γιώργου Λαζόπουλου στην οποία είδαμε μια αξιόλογη μεταφορά του γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα (μια μεταφορά πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τυπικές χολιγουντιανές διασκευές τύπου Clash of the Titans), το υπέροχο Το Όνειρο του Σκύλου (2005) του Άγγελου Φραντζή, το οποίο μετέφερε στο ελληνικό αστικό τοπίο τον εφιαλτικό κόσμο του David Lynch, και το Ιστορία 58 (2008) του Αλέξη Αλεξίου, ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ με εξαιρετική σεναριακή δομή, το οποίο άνετα μπορεί να σταθεί δίπλα σε σύγχρονα αριστουργήματα του είδους. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι τόσο η παρουσία τους σε διεθνή φεστιβάλ όσο και οι καλές κριτικές που έλαβαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Δυστυχώς, ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό είναι ο βαθμός στον οποίο έχουν ξεχαστεί απ’ το ευρύ κοινό, καθώς όσοι τα μνημονεύουν ακόμα είναι κυρίως φίλοι του κινηματογράφου του φανταστικού ή, τουλάχιστον, του εναλλακτικού κινηματογράφου.

Βέβαια αυτό δεν αποτελεί και κανένα παράδοξο καθώς στην Ελλάδα η τέχνη του φανταστικού θεωρείτο μέχρι πρόσφατα ως είδος “υποκουλτούρας” κάτι το οποίο έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια τόσο λόγω της επιτυχίας βιβλίων όπως Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών και το A Game of Thrones, καθώς και των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών μεταφορών τους. Τα συγκεκριμένα έργα μας υπενθύμισαν πως το φανταστικό είναι ένα είδος τέχνης το οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την αποκαλούμενη “υψηλή τέχνη” (κάτι που τα ονόματα Άρθουρ Κλάρκ, Ούρσουλα Λεγκέν και Ρέι Μπράντμπερι, μεταξύ άλλων, επιβεβαιώνουν). Στην τελική, ήταν το είδος του φανταστικού αυτό που ξεκίνησε την λογοτεχνική αναζήτηση του ανθρώπου (τα έπη του Ομήρου ή το έπος του Γκιλγκαμές για παράδειγμα) και το γεγονός πως μέχρι σήμερα αποτελεί ένα χώρο δραστηριοποίησης πολλών δημιουργικών πνευμάτων στην ουσία δείχνει πως είναι ένα μέσο αποτύπωσης σκέψεων, συναισθημάτων και ανησυχιών το οποίο δε θα πάψει ποτέ να γοητεύει.

Στην Ελλάδα βέβαια υφίσταται και το πρόβλημα της δυσπιστίας με την οποία αντιμετωπίζεται το εγχώριο υλικό σε σχέση με αντίστοιχα έργα τέχνης του εξωτερικού. Ίσως αυτός να είναι και ένας απ’ τους λόγους που το πραγματικά εξαιρετικό Το Όνειρο του Σκύλου του Φραντζή, ένα αριστούργημα του εγχώριου φανταστικού με δυνατό cast δημοφιλών ηθοποιών (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Λίνα Σακκά, Άρης Σερβετάλης και Πέγκυ Τρικαλιώτη) δεν κατάφερε να γνωρίσει την επιτυχία που του άξιζε σε μια χώρα η οποία έχει αγκαλιάσει το κινηματογραφικό είδος στο οποίο ανήκει: το δυστοπικό, ονειρικό κόσμο του David Lynch. Πάντως αυτό είναι κάτι το οποίο τα τελευταία χρόνια δείχνει να αλλάζει. Ίσως να ευθύνεται η επιτυχία του Κυνόδοντα (2009), μιας αντισυμβατικής ταινίας, η οποία κατά μία έννοια ανήκει στο χώρο του φανταστικού καθώς παρουσιάζει μια εφιαλτική εναλλακτική πραγματικότητα της ελληνικής καθημερινότητας, που αποτέλεσε το έναυσμα για το Νέο Κύμα του Ελληνικού Κινηματογράφου, μια αναγέννηση του Ελληνικού Κινηματογράφου εν γένει η οποία μόνο ευνοϊκά μπορεί να λειτουργήσει και για ταινίες του φανταστικού χώρου.

Από την άλλη η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών ανάγκασε αρκετούς δημιουργούς να καταφύγουν σε καινοτόμες μορφές χρηματοδότησης των προσπαθειών τους, οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα πως φέρνουν τον θεατή σε γνωριμία με το έργο τους πολύ πριν αυτό καν ξεκινήσει να παίρνει την τελική του μορφή. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι δύο ταινίες οι οποίες ευθύνονται για την αναγέννηση του κινηματογράφου του φανταστικού το 2013: Ο Αδάμαστος του Θάνου Κερμίτση και Ο Χειμώνας του Κώστα Κουτσολιώτα. Και οι δύο ταινίες χρηματοδοτήθηκαν με τη μέθοδο του crowd-funding κατά την οποία το ίδιο το κοινό μαθαίνει λεπτομέρειες για το project της ταινίας και καλείται να τη χρηματοδοτήσει κατά βούληση με αντάλλαγμα κάποιο αναμνηστικό από την ταινία είτε ακόμα και με την τοποθέτηση του ονόματος του στους τίτλους τέλους του ίδιου του φιλμ. Το θετικό της όλης υπόθεσης είναι προφανές: Ο θεατής γνωρίζει για την ταινία πριν καν αυτή γυριστεί, κατά μια έννοια δένεται μαζί της και αναμένει την πρεμιέρα της πολλούς μήνες πριν το πρώτο teaser trailer κάνει την εμφάνισή του στο internet. Από στόμα σε στόμα και post σε post στους τόπους κοινωνικής δικτύωσης, οι ταινίες αποκτούν τη δική τους δυναμική, δημιουργούν προσδοκίες σε ένα κοινό το οποίο έχει μάθει να ψάχνει και να ψάχνεται στο διαδικτυακό περιβάλλον. Μπορεί η μέθοδος χρηματοδότησης αυτή να είναι περιοριστική (Ο Αδάμαστος είχε budget περίπου 10.000 ευρώ, ποσό που φαίνεται λίγο για ένα τόσο φιλόδοξο project) από την άλλη όμως απελευθερώνει τον ίδιο τον δημιουργό καθώς έχει το ελεύθερο να λειτουργήσει όπως αυτός κρίνει στα πλαίσια του διαθέσιμου budget με τελικό κριτή τον ίδιο τον θεατή ο οποίος έχει εξαρχής πιστέψει στο project και, στην τελική, είναι φίλος του κινηματογραφικού είδους το οποίο έχει αποφασίσει να στηρίξει.

Το μικρό, αναλογικά με το φιλόδοξο του πράγματος, budget δε δείχνει να πτοεί πάντως το Θάνο Κερμίτση και την παρέα του, οι οποίοι, όπως και να έχει, γράφουν ιστορία καθώς δημιούργησαν την πρώτη ελληνική ταινία επικής/ηρωικής φαντασίας. Η συγκεκριμένη παρέα έχει δείξει εξαιρετικά δείγματα γραφής στο χώρο των ταινιών μικρού μήκους καθώς στο βιογραφικό τους περιλαμβάνονται το εξαιρετικό Remnant (2010) ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας το οποίο παρουσιάζει μια ηθική κρίση αξιών σε ένα δυστοπικό μέλλον στο οποίο τα μέσα διαβίωσης είναι πενιχρά (μόνο θετικό είναι το γεγονός πως μου έφερε στο νου τόσο ένα αγαπημένο μου διήγημα του Σαμαράκη όσο και την αισθητική του Mad Max) και το οποίο πήρε αρκετά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ (Swansea Bay International Film Festival, Canada International Film Festival κ.α.), το Παρτίδες με το Χάρο (2009) μια ευχάριστη παρωδία της κλασσικής Μπεργκμανικής σκηνής από την Έβδομη Σφραγίδα στην οποία ο χάρος παίζει σκάκι με τον ιππότη με λάφυρο τη ψυχή του τελευταίου (μόνο που εδώ ο χάρος δεν είναι τόσο τρομαχτικός όσο ο αντίστοιχος του Μπέργκμαν, στη θέση του ιππότη βρίσκεται ένας επιχειρηματίας και αντί για σκάκι παίζουν…τάβλι), και φυσικά το εξαιρετικό Τρωγλοδύτες (2011) ένα εντυπωσιακό πολεμικό φιλμ τρόμου (Honorable Mention in Los Angeles Film Awards 2011) που αποδεικνύει πως αν κάποιοι μπορούν να κάνουν κάτι εντυπωσιακό στα πλαίσια ενός περιοριστικού budget, είναι αυτοί εδώ οι τύποι. Ο Αδάμαστος, η πρώτη τους μεγάλου μήκους ταινία, βασίζεται στο κόμικ Dragonphoenix Chronicles, του Γιάννη Ρουμπούλια ο οποίος και πρωταγωνιστεί στο ρόλο του Dragar (ήταν επίσης πρωταγωνιστής στη θρυλική cult ταινία Ο Πανίσχυρος Μεγιστάνας των Νίντζα). Το trailer είναι εντυπωσιακό, το cast φαίνεται ιδανικό και η ταινία έχει ήδη ξεκινήσει μια δυναμική πορεία με sold out προβολές στις Νύχτες Πρεμιέρας και με βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κύπρου. Η πρεμιέρα της ταινίας είναι στις 14 Νοεμβρίου στον κινηματογράφο Ideal και μας περιμένει να ανακαλύψουμε τον γεμάτο σπαθιά, μαγεία και επικές μονομαχίες κόσμο της.

Ούτε ο δημιουργός το Χειμώνα, Κώστας Κουτσολιώτας είναι καινούριος στο χώρο της φανταστικής κινηματογραφίας, καθώς έχει ένα δυνατό βιογραφικό με συμμετοχή σε παραγωγές του Hollywood, στον τομέα των ειδικών εφέ. Μεταξύ άλλων έχει εργαστεί για το Nine (2009) του Rob Marshal, το Centurion (2010) του Neil Marshall και το αναμενόμενο 300: The Rise of an Empire (2014). Έχει κάνει και αυτός το πέρασμά του απ’ το χώρο του μικρού μήκους με το ονειρικό, γεμάτο αναφορές στον Poe και στον Lovecraft, Celephais (2003), και ο Χειμώνας είναι η πρώτη του μεγάλη μήκους ταινία. Πρόκειται για την ιστορία ενός Έλληνα συγγραφέα που επιστρέφει απ’ το Λονδίνο στο πατρικό του σπίτι στα Σιάτιστα όπου θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του. Το trailer προϊδεάζει για μια ονειρική, στοιχειωμένη, ποιητική εμπειρία η οποία σίγουρα κερδίζει πολλά απ’ τη γνώση του σκηνοθέτη στον χώρο των ειδικών εφέ, όσο και από το εξαιρετικό soundtrack στο οποίο συμμετέχει ο γνωστός απ’ τους Active Member, B.D. Foxmoor. Η ταινία κέρδισε τις εντυπώσεις στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο οποίο προβλήθηκε, όπου έλαβε θετικές κριτικές, και αναμένουμε να βρει διανομή ώστε να χαθούμε στον ονειρικό της κόσμο.

Το μόνο σίγουρο είναι πως τόσο ο Αδάμαστος όσο και ο Χειμώνας έρχονται σε μια περίοδο που το κοινό διψάει για καινοτόμες προσπάθειες, ο κινηματογράφος του φανταστικού έχει απενοχοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, και νέες μέθοδοι χρηματοδότησης έχουν μειώσει την απόσταση μεταξύ δημιουργού-θεατή. Όλα δείχνουν πως θα κερδίσουν το στοίχημα της αναγέννησης του κινηματογράφου του φανταστικού η οποία αναμένεται δίκαια να τους χρεωθεί. Τόσο το γεγονός ότι αυτό μπορεί να ξαναφέρει στην επιφάνεια παλιότερες προσπάθειες του είδους όσο και το ότι θα αποτελέσουν έναυσμα για περισσότερη δημιουργικότητα στο χώρο του φανταστικού, απ’ τον κινηματογράφο ως τη λογοτεχνία, αποτελούν λόγους για να στηρίξουμε αυτές τις ταινίες. Ο κύριος λόγος όμως παραμένει πως οι ίδιες οι ταινίες αυτές αποτελούν προϊόν αγάπης προς το συγκεκριμένο είδος και φαίνεται να το τιμούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αν μου επιτραπεί η έκφραση, ο Αδάμαστος Χειμώνας είναι εδώ, και ο ελληνικός κινηματογράφος του φανταστικού ζει μερικές απ΄ τις πιο όμορφες στιγμές του.

 Περισσότερα για τις ταινίες:

Αδάμαστος: http://www.indomitablemovie.com/

Χειμώνας: http://winter-thefilm.blogspot.nl/

Άδεια Creative Commons
Αυτή ή εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα .

Φωνές και Σιωπή

Ιστορία Έκτη

Φωνές και Σιωπή

Ζωντός Μιχαήλ

Η οικογένεια βρισκόταν στο τραπέζι για το μεσημεριανό γεύμα. Ήταν λιτό όπως συνήθως τα τελευταία δύο χρόνια. Τα πράγματα είχαν αλλάξει ξαφνικά, τόσο απροειδοποίητα που η συνειδητοποίηση της αλλαγής πέρασε πάνω από τη σκέψη τους τόσο γοργά, τόσο ασυναίσθητα που δεν πρόλαβαν καν να νιώσουν το σοκ που συνήθως ακολουθεί ύπουλα τις δραματικές αλλαγές της ζωής. Από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν από το φως στο σκοτάδι, από τα χαμόγελα και την χαρά στη θλίψη και την απάθεια.

Ο Κώστας θυμόταν ακόμα τις μέρες που ο πατέρας του γυρνούσε στο σπίτι, κάθε μέρα μετά τη δουλειά, με μια δυο σακούλες ψώνια απ’ το σουπερμάρκετ. Ακόμα θυμόταν τα ταξίδια τους τα σαββατοκύριακα με το αυτοκίνητο, συνήθιζε να παίρνει μαζί του κάποιο βιβλίο και τις κασέτες με τις αγαπημένες του μουσικές τις οποίες άκουγαν κατά τη διαδρομή. Αυτά ήταν βέβαια όταν ήταν παιδί. Πλέον είχε μεγαλώσει, ήταν ήδη εικοσιοκτώ ετών, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια ένιωθε πως πέρναγε μια δεύτερη ενηλικίωση. Πιο σκληρή, πιο αμείλικτη, πιο ανελέητη από την πρώτη.

Ήταν τη μέρα που ο πατέρας του έχασε τη δουλειά του όταν τα χαμόγελα άρχισαν σιγά σιγά να παγώνουν. Η αρχική αισιοδοξία πως θα έβρισκε κάτι άλλο εξανεμίστηκε μετά από μερικούς μήνες και η κατάσταση χειροτέρεψε όταν ο Κώστας αντιλήφθηκε πως η λέξη Άριστα τυπωμένη στο πτυχίο του μπορεί να του έδινε μια κάποια αίγλη αλλά όταν συνοδευόταν από τη λέξη Πολιτικές Επιστήμες συνεπαγόταν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην εύρεση εργασίας. «Χάθηκε να σπούδαζες μηχανικός ή κάτι τεχνικό ρε παιδί μου» ήταν μια φράση που είχε ακούσει αρκετές φορές από συγγενικά πρόσωπα τον τελευταίο καιρό. Συνήθως αγνοούσε τα σχόλια και οδηγούσε τη συζήτηση σε κάποιο πιο ασφαλές θέμα.

Εκείνο το μεσημέρι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, όπως σχεδόν κάθε μεσημέρι. Η μητέρα έτρωγε με αργές κινήσεις και ο Κώστας ακολουθούσε το ρυθμό της μηχανικά. Είχε διαπιστώσει πως ο πατέρας είχε εκείνο το μικρό ανεπαίσθητο τικ στο δεξί του φρύδι. Μικρές, νευρικές, απρόσμενες κινήσεις που φανέρωναν άγχος και ψυχικό αναβρασμό. Για τον Κώστα η συνέχεια ήταν αναμενόμενη και την περίμενε με υπομονή και καρτερικότητα που θύμιζε τους πρώτους χριστιανούς.

«Ακόμα τίποτα;» άκουσε τη βραχνή φωνή του πατέρα.

«Γιώργο…» είπε διστακτικά η μητέρα καθώς μάταια προσπάθησε να διακόψει την μικρή πυρκαγιά που θα ξεσπούσε.

«Σταμάτα Μαρία. Μιλάω στον Κώστα. Όλο λέει πως κάτι θα κάνει και τίποτα δε γίνεται. Πόσο καιρό ακόμα θα μένει έτσι, άπραγος. Έχουμε ανάγκη και πρέπει να βοηθήσει. Μα δε βλέπω καμία διάθεση».

Ο Κώστας αναστέναξε βαριά χωρίς να αφήσει την παραμικρή λέξη να βγει απ’ τα χείλη του. Κοίταξε τον πατέρα του με ένα βλέμμα που έκρυβε συγκρατημένο θυμό και λύπη παράλληλα. Λύπη γιατί ο ίδιος πραγματικά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Λύπη όμως και γιατί ο πατέρας του δεν έδειχνε να το αντιλαμβάνεται.

«Η αδερφή σου ξέρεις είναι στο εξωτερικό. Πόσο είναι, μισός, ένας χρόνος πάει; Ήδη μας βοηθάει, μας στέλνει που και που χρήματα. Εσύ τι κάνεις;».

Ο Κώστας σηκώθηκε απ’ το τραπέζι δίχως να τελειώσει το φαγητό του και πήγε προς το δωμάτιό του. Δεν ήθελε να αφήσει την οργή του να ξεσπάσει. Ήξερε πως ο πατέρας του δεν εννοούσε αυτά που έλεγε, ήξερε πως έφταιγε η κατάσταση, οι απλήρωτοι λογαριασμοί, τα χρέη, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, η οργή που αντί να ξεσπάσει εκεί που έπρεπε ξέσπαγε στο ασφαλές περιβάλλον της οικογένειας. Δεν ήθελε να τον εκνευρίσει περισσότερο, δεν ήθελε να στενοχωρήσει τη μητέρα. Έτσι κι αλλιώς δε θα άλλαζε κάτι. Μερικές βαριές κουβέντες, λίγη αδρεναλίνη, ένα σύντομο ξέσπασμα και μετά τι; Πίσω στην αναλλοίωτη και θλιβερή πραγματικότητα.

Το δωμάτιό του το είχε αφήσει όπως ήταν όταν είχε μπει στο πανεπιστήμιο. Είχε μια εφηβική χροιά που τον ηρεμούσε, του θύμιζε τα χρόνια της αθωότητας. Κάθε φορά που κλεινόταν σε αυτήν τη μικρή φωλιά, ένιωθε πως γύριζε στο πραγματικό του σπίτι, ένιωθε θαλπωρή και γαλήνη. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με αφίσες από τα αγαπημένα του συγκροτήματα, στο πάτωμα ήταν πεταμένα τα βινύλια και τα cd, παραπέρα μερικά βιβλία. Ήταν κάποιοι δίσκοι των Beatles, των TheWho, των LedZeppelin και πιο πέρα βιβλία των Φουκώ, Μαρξ και Άνταμ Σμιθ. Είχε ακούσει όλα τα κλασσικά ροκ άλμπουμ και είχε διαβάσει αρκετά αποσπάσματα από το έργο των κλασσικών πολιτικών και οικονομικών φιλοσόφων. Οι τελευταίοι του δημιουργούσαν συνήθως περισσότερες ερωτήσεις σε σχέση με τις απαντήσεις που διστακτικά του προσέφεραν. Ένιωθε πιο ασφαλής με τις νότες παρά με τις λέξεις. Έβαλε ένα δίσκο με μελωδίες από τη δεκαετία του ’60 να παίζει χαμηλόφωνα. Λάτρευε εκείνη τη δεκαετία. Η ιστορία της είχε χαρίσει απλόχερα μια επαναστατική αύρα, μια δόση ελπίδας για το μέλλον, μια αισιόδοξη ονειροπόληση η οποία ήταν όμορφη κι ας έσβησε στις ανεκπλήρωτες προφητείες του Γούντστοκ και στην τελευταία σκηνή της ταινίας Ξέγνοιαστος Καβαλάρης. Μια αφίσα με τον Πίτερ Φόντα και τον Ντένις Χόπερ να διασχίζουν με τις Χάρλεϊ Ντέιβιντσον τις αχανείς κοιλάδες της Αμερικής βρισκόταν ακριβώς πάνω από την τηλεόραση του. Η ανεκπλήρωτη προφητεία της φυγής. Εκείνες τις μέρες ένιωθε πως του είχαν στερήσει το δικαίωμα ακόμα και σε αυτό.

Είχε ανοίξει την τηλεόραση με τον ήχο κλειστό. Εκείνη την ώρα είχε ειδήσεις και προτιμούσε να μην ακούει τις φωνές και τις απόψεις που έφταναν μέχρι το δέκτη του. Ένας οικονομολόγος ανέλυε την οικονομική κρίση. Τον ήξερε, του είχε διδάξει ένα μάθημα στο πανεπιστήμιο. Τον θυμόταν να τους λέει στο αμφιθέατρο πως η οικονομική επιστήμη έχει όλα τα κατάλληλα εργαλεία για να προβλέψει και να αποτρέψει οποιαδήποτε στιγμή μια οικονομική κρίση σαν εκείνη του 1929. Αναρωτιόταν αν ακόμα το πίστευε αυτό, αν παρέμενε πιστός στην αντικειμενικότητα της οικονομικής επιστήμης. Προφανώς ο καθηγητής θα αρνιόταν πως είχε ισχυριστεί κάτι τέτοιο. «Η σοφία τη οικονομικής επιστήμης είναι διαφορετική από εκείνη της χημείας» ενδεχομένως να του έλεγε. «Αυτή είναι και η ομορφιά της». Ίσως πάλι και να μην έλεγε τίποτα και να αδιαφορούσε για τις απορίες ενός άσημου ανέργου νέου.

Το ρολόι έδειχνε επτά όταν σηκώθηκε, ντύθηκε, πήρε τα λιγοστά κέρματα που βρίσκονταν στο γραφείο του και έφυγε απ’ το σπίτι. Δε μίλησε στους γονείς τους και αυτοί απλά τον κοίταξαν αδιάφορα. Ο πατέρας του μάλλον είχε ηρεμήσει. Βγήκε στα δρομάκια της πόλης και περπάτησε γοργά. Φανάρια, κορναρίσματα, μυρωδιά καυσαερίου, άνθρωποι σιωπηλοί, μερικοί πιο ομιλητικοί, μερικοί χαμογελούσαν κιόλας. Εκείνες τις μέρες είχε αντιληφθεί την αξία του χαμόγελου. Παλιά δεν ξεχώριζες εκείνους που χαμογελούσαν. Ήταν πολλοί. Τώρα ήταν λίγοι. Λιγοστοί γενναίοι σε εποχές δειλίας.

Το καφέ «Όνειρο» ήταν το αγαπημένο του στέκι. Κρυμμένο σε ένα μικρό στενό στο κέντρο της πόλης, ήταν η προσωπική του όαση. Μερικές φορές ο ιδιοκτήτης τον άφηνε να φέρνει τα cd του και να βάζει μουσική. «Χίπικο το κάνεις το μαγαζί με αυτά που βάζεις» συνήθιζε να του λέει. Τον κερνούσε κάνα δυο σφηνάκια τότε και όταν το μαγαζί έκλεινε του έδινε ένα εικοσάρικο. Δε μάζευε πολύ κόσμο πια μα Παρασκευές και Σάββατα έρχονταν οι θαμώνες και κάτι έβγαινε. Καμιά φορά ερχόντουσαν και οι φίλοι του: ο Γιάννης που δούλευε ταχυδρόμος, ο Νίκος που δούλευε στο δημόσιο και η Μαρία που ήταν αισθητικός. Ήταν όλοι λίγο πιο τυχεροί από αυτόν γιατί ακόμα είχαν δουλειά. Παλιά ερχόταν και οι Δήμητρα. Πάνε χρόνια απ’ την τελευταία φορά που την είχε δει εκεί μέσα.

Εκείνο το απόγευμα δε θα έπαιζε μουσική. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι, παρήγγειλε μια μπίρα και έκλεισε τα μάτια του. Αναρωτήθηκε τι είχε κάνει λάθος. Η αλήθεια είναι πως δεν ένιωθε πως είχε κάνει κάπου λάθος. Απλά τα βήματά του, οι επιλογές του, τον έφεραν ως εδώ. Δεν κατανοούσε τη διαφορά μεταξύ λανθασμένων και σωστών επιλογών. Λες και δεν εξαρτώνται αυτές από δεκάδες εξωγενείς παράγοντες, λες και δεν είναι όλα ένα παιχνίδι της τύχης. Όταν ξανασκέφτηκε τη ζωή του διαπίστωσε πως ακόμα και αν την ξαναζούσε δε θα άλλαζε τίποτα. Θα διάλεγε τα ίδια πράγματα, θα μίλαγε με τους ίδιους ανθρώπους, θα έκανε τα ίδια όνειρα και ας τα έβλεπε να γκρεμοτσακίζονταν ξανά. Ο Κώστας ήταν περήφανος που ήταν αυτός που ήταν. Κανείς δεν μπορούσε να το στερήσει αυτό.

Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε τον Φώτη. Τυπικός θαμώνας του μαγαζιού, γεροδεμένος σαν ταύρος. Είχε τατουάζ στα χέρια, ξυρισμένο κεφάλι και ένα φιλικό χαμόγελο. Είχαν μεγαλώσει στο ίδιο χωριό και η μοίρα τους έριξε και τους δυο στην Αθήνα. Τον συμπαθούσε τον Φώτη. Αν και είχε αλλάξει πολύ από παλιά.

«Θα έρθεις στο κίνημα ρε;» ήταν το πρώτο πράγμα που του είπε.

Ο Κώστας τον κοίταξε με απορία.

«Έλα τώρα που δεν ξέρεις! Δε βλέπεις τι σάλος έχει γίνει; Βουλή φίλε μου, βουλή. Τα πράγματα αλλάζουν. Ξέρεις πως φεύγουν όλοι τους; Σαν κοτούλες. Ανοίξανε τα σύνορα και τσουπ, όλοι μέσα. Πάνε αυτά τώρα! Σε λίγους μήνες θα βρεις δουλειά στο υπόσχομαι. Όποτε θες έλα στα γραφεία μας». Σταμάτησε για λίγο, τον κοίταξε στα μάτια, έπειτα χαμογέλασε. «Ελληνικό μεγαλείο» είπε με κοφτές τονισμένες συλλαβές.

Ο Κώστας θυμήθηκε πως στο χωρίο ο Φώτης δούλευε στην κοινότητα. Ο πατέρας του είχε καλές σχέσεις με τοπικό πολιτευτή μεγάλου κόμματος και τα βόλευαν. Αλλά πλέον αυτά άλλαξαν και ο Φώτης ήρθε στην Αθήνα. Βρήκε παρηγοριά στους σωτήρες που κυνηγούσαν μετανάστες. Κατά βάθος ήξερε πως δεν ήταν κακός ο Φώτης. Ήταν μπερδεμένος. Αλλά τι να του εξηγούσε τώρα. Ο προπάππους του Κώστα είχε φύγει το ’12 για την Αμερική, λίγο καιρό μετά τη γέννηση του παππού του, δούλεψε μερικά χρόνια εκεί. Δε γύρισε ποτέ. Δεν μάθανε ποτέ τι απέγινε. Ίσως να τον σκότωσαν σε καμιά ρατσιστική επίθεση. Υπάρχουν πολλά «ίσως». Δεν χώραγε όμως κανένα «ίσως» στο μυαλό του Κώστα. Ήξερε το μεγαλείο του να είσαι μετανάστης. Του φαινόταν πολύ πιο ουσιαστικό απ’ το «ελληνικό μεγαλείο» που του πρότεινε ο φίλος του. Κράτησε το στόμα του κλειστό, καμιά λέξη δε βγήκε απ’ τα χείλη του. Ο Φώτης ήξερε πως όταν ο Κώστας έμενε σιωπηλός δεν υπήρχε κανένα νόημα να επιμείνει. Σηκώθηκε και πήγε ως το μπαρ. Έπιασε κουβέντα με την ξανθιά κοπέλα του δούλευε εκεί. Χαμόγελα, μια μπίρα, λέξεις, λέξεις, λέξεις. Και η γλυκιά ειρωνεία. Ο Κώστας ήξερε πως η κοπέλα ήταν απ’ τη Ρωσία. Είχε περάσει πολλές δυσκολίες, τρεξίματα με τις αρχές, περίεργες δουλειές, περιπέτειες. Τελικά κατέληξε στο «Όνειρο» και έφτιαξε μια κάπως φυσιολογική ζωή. Ίσως και ο Φώτης να ήξερε πως ήταν μετανάστρια απ’ τη Ρωσία και να μην τον πείραζε. Ίσως αυτή να ήταν και μια παρήγορη σκέψη. Αποφάσισε όμως πως δεν τον ενδιέφερε και τόσο και σταμάτησε να το σκέφτεται.

Θυμήθηκε τη Δήμητρα, είχε καιρό να τη δει. Όχι τόσο καιρό όσο είχε να δει άλλους αλλά καιρό. Την είχε γνωρίσει στη σχολή, ήταν και οι δυο σε μια φοιτητική οργάνωση. Πορείες, καταλήψεις, όνειρα. Πλέον δεν ήξερε αν άξιζε τίποτε σε όλα αυτά. Δεν ήθελε όμως να κρίνει. Τα πράγματα ήταν απλά αυτά που ήταν. Δράση και αντίδραση. Η φυσική τάξη πραγμάτων. Είχε μπει για λίγο σε εκείνο το ρυάκι, κύλησε μαζί του για ένα σύντομο διάστημα, συνάντησε εκεί τη Δήμητρα και μετά βγήκαν μαζί από αυτό. Ήξερε πολλούς που συνέχιζαν ακόμα τον αγώνα. Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν είχαν δίκιο ή όχι. Απλά ήταν αυτοί που ήταν. Όπως και ο Φώτης. Όπως και ο οικονομολόγος στην τηλεόραση. Όπως και ο υπουργός που στεκόταν δίπλα του όταν εκείνος μιλούσε. Όλοι τους είχαν από μια διαφορετική άποψη. Μια φωνή. Όπως και ο πατέρας. Όπως και η αδερφή του στα email που του έστελνε. «Είναι καλά εδώ. Σίγουρα θα βρεις μια δουλειά. Θα ξεκινήσεις από εστιατόριο, με πτυχίο Πολιτικών Επιστημών τι άλλο να κάνεις… θα σε βοηθήσω κι εγώ. Πάρε το απόφαση και έλα». Το σκέφτηκε για λίγο μα τελικά το απέρριψε. Ήταν οι φωνές. Τόσες πολλές φωνές, τόσες πολλές απόψεις. Αν έβαζε κι άλλες στο κεφάλι του, διατυπωμένες σε διαφορετική γλώσσα, ίσως και να τρελαινόταν.

Πλήρωσε την μπίρα, η οποία είχε ήδη ζεσταθεί, και ξεκίνησε να περπατάει. Ήθελε να δει θάλασσα. Να ονειρευτεί στα κύματα. Ίσως να δει και ένα πραγματικό όνειρο. Ήθελε να ξεφύγει απ’ τις φωνές. Μπήκε στο τραμ για Φλοίσβο. Μετά από λίγη ώρα έβλεπε τη θάλασσα, τα γαλήνια νερά της να απλώνονται μέχρι πέρα, βαθιά στον ορίζοντα. Του άρεσε αυτή η γαλήνη. Ένιωθε πως καμιά οικονομική κρίση δεν άγγιζε τη θάλασσα. Ήταν εδώ πριν έρθουν οι πρώτοι άνθρωποι, ίσως να έμενε εδώ ακόμα και αφότου θα έφευγαν οι τελευταίοι. Ξαφνικά έβγαλε το κινητό του από την τσέπη. Έψαξε και βρήκε το όνομα Δήμητρα. Έκανε μια κοφτή αναπάντητη.

Τα βήματά του τον οδήγησαν σε ένα ξύλινο παγκάκι στο Φλοίσβο. Κάθισε και κοίταξε πάλι τη θάλασσα. Τη θάλασσα και τις βάρκες, τη θάλασσα και τους γλάρους, τη θάλασσα και το άγνωστο πεπρωμένο, τη θάλασσα και τα όνειρα που χάθηκαν στην αγκαλιά της, τη θάλασσα και τα όνειρα που ποιητές ζωγράφισαν στο χαρτί με την ελπίδα να την κατακτήσουν. Λέξεις στο χαρτί. Υπήρχαν και όμορφες λέξεις, διαφορετικές από αυτές που άκουγε συνήθως.

Όταν εκείνη κάθισε δίπλα του θυμήθηκε τη φωνή της JoanBaez. Ήταν η αγαπημένη τους τραγουδίστρια. Άκουγαν JoanBaez την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν. Γνωρίστηκαν, έζησαν μερικά όμορφα φοιτητικά χρόνια μαζί και μετά όλα τελείωσαν όπως άρχισαν. Ξαφνικά και απρόσμενα. Χωρίς τη JoanBaez αυτή τη φορά. Χάθηκε για λίγο καιρό χωρίς να του πει το λόγο. Μετά από τρία χρόνια τον πήρε να βγουν για καφέ. Του αποκάλυψε πως είχε παντρευτεί και πως είχε ένα παιδί. Δεν το είχε προγραμματίσει, συνέβη, δεν ήξερε τι να κάνει, προτίμησε να μην του πει τίποτα τότε. Όταν το άκουσε ένιωσε πληγωμένος και προδομένος. Όμως κατάλαβε. Δεν την κατηγόρησε για τίποτα. Δεν είπε τίποτα. Του έχει πει πως έμενε κάπου κοντά στη θάλασσα. Μετά από μερικούς μήνες της έστειλε ένα μήνυμα πως ήταν στο Φλοίσβο και εκείνη πήρε το αυτοκίνητο και ήρθε να τον δει. Δεν τα έβγαζε πέρα, οικονομικές δυσκολίες, τα πράγματα στην οικογένεια ήταν δύσκολα και ο άντρας της δεν την καταλάβαινε. Έμενε για χάρη του παιδιού. Ο Κώστας την καταλάβαινε. Αλλά προτίμησε να μην της το πει.

Έκτοτε, αραιά και που, όταν νιώθει τις φωνές και τις απόψεις να τον πνίγουν κατεβαίνει ως το Φλοίσβο. Κάνει μια κοφτή αναπάντητη όσο είναι ακόμα μέσα στο τραμ. Μόλις φτάνει κάθεται στο ίδιο παγκάκι και εκείνη έρχεται με το αυτοκίνητο, όπως είχε έρθει και αυτή τη φορά. Κάθεται δίπλα του, ανταλλάζουν ένα κοφτό χαμόγελο και έπειτα κοιτάζουν μαζί τη θάλασσα. Δεν έχουν χώρο οι λέξεις. Ονειρεύονται μαζί και κανένας δεν ξέρει τα όνειρα που κάνει ο άλλος. Είναι ένα μυστικό δέσιμο σφυρηλατημένο με ένα δεσμό ελευθερίας. Κοιτάζουν μια τη θάλασσα, μια ο ένας τον άλλον. Έπειτα επιστρέφουν στα όνειρα τους. Μετά από δέκα, δεκαπέντε λεπτά εκείνη του χαρίζει ξανά ένα σύντομο αβέβαιο χαμόγελο. Είναι σημάδι πως πρέπει να φύγει. Σηκώνεται και πηγαίνει προς το αυτοκίνητο. Εκείνος εξακολουθεί να κοιτάζει τα κύματα, δεν θέλει να τη βλέπει να φεύγει.

Όπως και όλες τις προηγούμενες φορές, κάθισε λίγο ακόμα μόνος του. Η αρμύρα της θάλασσας τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Ήξερε πως οι λέξεις, οι φωνές, οι απόψεις είχαν χαθεί για λίγο μα σύντομα θα επέστρεφε ξανά σε αυτές. Ο πατέρας, η μητέρα, η αδερφή στο εξωτερικό, ο Φώτης, οι φωστήρες στην τηλεόραση. Δεν τον πείραζε. Αυτός είναι ο κόσμος άλλωστε μια, πολλές φορές κακόφωνη, συμφωνία διαφορετικών υποκειμενικοτήτων. Είχε επιλέξει να μην εκφράσει τη δική του και απλά να κολυμπάει στο κύμα που έπλεε τριγύρω του. Κάποια στιγμή ίσως και να το έκανε. Να αποκτούσε φωνή. Αλλά ακόμα και τότε ήξερε πως θα την έχανε κάθε φορά που θα πλησίαζε στο Φλοίσβο. Γνώριζε πως θα υπήρχαν πάντα σιωπηλές στιγμές στη ζωή του. Και καθώς σηκώθηκε για να πάρει το δρόμο του γυρισμού σκέφτηκε πως αυτή ήταν μια παρήγορη σκέψη.

 

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα .

Ιστορία Πέμπτη

Αιώνιες Θάλασσες της Μοίρας

Ζωντός Μιχαήλ

Άκουγα απ’ το παράθυρο της ψυχής μου τα κύματα να σκάνε ρυθμικά στην ακτή της σμαραγδένιας παραλίας. Εκείνη υποδεχόταν καρτερικά τα συνεχή χτυπήματα χωρίς παράπονο ή άσκοπο θυμό. Έσκυψα και έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Κοίταξα τη θάλασσα να χάνεται στον ορίζοντα, το υπέροχο γαλάζιο της χρώμα να με καλεί όπως άλλοτε είχε καλέσει ναυτικούς και ταξιδιώτες μέσα στον ατέρμονα χρόνο. Η αιωνιότητα των ωκεανών ψιθύριζε το όνομά μου.

Θέλησα να πέσω στα γαλήνια νερά και να χαθώ στην αγκαλιά τους μα ξαφνικά ένα απαλό χάδι ανέμου άγγιξε το πρόσωπό μου και με έκανε να κοιτάξω ψηλά. Εκεί, στο άλλο γαλάζιο βασίλειο, ένα χελιδόνι που πετούσε νωχελικά στα φτερά του ανέμου, μου υπενθύμισε πως ο ουρανός και η θάλασσα κρύβουν μυστήρια ξεχασμένα και μέρη σκοτεινά, κρυμμένα απ’ τα δικά μας μάτια.

Έτσι, με δισταγμό, απομακρύνθηκα από τα παλάτια του Ποσειδώνα και γύρισα προς τη χρυσή άμμο, καυτή από τα χάδια του ήλιου, και της ζήτησα να γίνει το καταφύγιό μου. Εκείνη με δέχτηκε στη ζεστή αγκαλιά της με φιλική στοργή που μου θύμισε παλιές μου ερωμένες. Ένα όμορφο αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς τύλιξε το κορμί μου και μια όμορφή ρίγη ταξίδεψε στη ραχοκοκαλιά μου. Ήταν η μυστηριώδης ομορφιά του τελευταίου ταξιδιού –ασφαλές μα και τρομερό, μιας και μοναχά μια φορά μπορείς να ακολουθήσεις το μονοπάτι του.

Μα η θάλασσα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Ο αέρας έφερνε μια γλυκιά αίσθηση αρμύρας στο πρόσωπό μου μα σύντομα έφερε ως τα αφτιά μου το τραγούδι των σειρήνων. Με ατίθαση χάρη και ερωτική οργή οι φωνές τους τσάκισαν την αιώνια ησυχία του απόμερου τοπίου, κατέστρεψαν με ευκολία τις άμυνες του κορμιού και της ψυχής μου, έκαναν τα ρολόγια να σταματήσουν και με κάλεσαν επιτακτικά κοντά τους. Με πόση απερισκεψία θέλησα ξανά να βουτήξω στα νερά, να διασχίσω της επτά θάλασσες δίχως να ξαποστάσω πουθενά, να ταξιδέψω γρηγορότερα απ’ τα πλάσματα που ελλοχεύουν στο βυθό, και να φτάσω στα απόκρημνα βράχια όπου κατοικούν, αιθέριες και τρομερές εκείνες. Και εκεί, αφού λησμονήσω τις προειδοποιήσεις των ποιητών, να αφεθώ στο έλεός τους, σαν απροστάτευτο νεογνό που αναζητεί μερικές σταγόνες γάλα, και να ξεδιψάσω με τις νότες του τραγουδιού τους που σα μια κομψή μάσκα με γλυκύτητα κρύβει την καταστροφή που επισύρει η οργή τους.

Μα λίγο πριν χαθώ για πάντα στη λήθη, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα μικρό τριαντάφυλλο, εκεί στη μέση του πουθενά. Ξεπρόβαλε δειλά μέσα από την άμμο, χλωμό, διψασμένο, μα ζωντανό και τόσο αληθινό. Και ήταν η ομορφιά της ύπαρξης του αυτή που με έκανε να ξεχάσω το τραγούδι που ερχόταν από τη θάλασσα και να συρθώ προς το μέρος του. Έφτασα δίπλα του και μύρισα το αδύναμο άρωμά του. Ζωή εκεί που δεν έπρεπε να υπάρχει ζωή, αντοχή εκεί που οι ευνοϊκές συνθήκες δεν είναι παρά μια αισιόδοξη ευχή, ελπίδα και αγάπη για το σήμερα.

Ξεκίνησα να του ψιθυρίζω ένα ποίημα όταν ένα μαύρο κοράκι, με μαδημένα πούπουλα και οργισμένο βλέμμα, εμφανίστηκε απ’ τον ουρανό, ήρθε γρήγορα προς το μέρος μου και αδιαφορώντας για τις φωνές μου έπιασε με το ράμφος του το τριαντάφυλλο, το ξερίζωσε, και το πήρε μαζί του καθώς πέταξε και χάθηκε μακριά στον ορίζοντα. Θλιμμένος και απογοητευμένος από την απρόσμενη διακοπή του νήματος αυτής της ζωής, γονάτισα και έκλαψα. Τα δάκρυα της θλίψης μου ταξίδεψαν ως την πριν από λίγο κατοικία του, ένας ελάχιστος φόρος τιμής. «Ο θάνατος και η ελπίδα βαδίζουν χέρι χέρι» σκέφτηκα, «και η λησμονιά αν το αξίωμα αυτό για πάντα θάψει, μονάχα θλίψη περισσή μπορεί να φέρει».

Μα ξαφνικά, εκεί που υπήρχε ζωή, η οποία άδικα και απρόσμενα είχε διακοπεί, είδα μέσα απ’ την άμμο, να εξέχει ένα κομμάτι ξύλο. Με περιέργεια έσκαψα με τα χέρια μου, με τόση μανία και ταχύτητα που εκείνα μάτωσαν, και ξέθαψα ένα ξύλινο κουτί. Τι να ήταν αυτό το μυστηριώδες αντικείμενο, θαμμένο κάτω απ’ την οικία του νεκρού λουλουδιού; Όταν το άνοιξα δε βρήκα μέσα παρά χώμα μοναχά και απογοητεύτηκα, μα όταν αποφάσισα να σκάψω στο χώμα αυτό βρήκα ένα κομμάτι χαρτί, μια κιτρινισμένη σελίδα, κομμένη από κάποιο ξεχασμένο βιβλίο. Όταν προσπάθησα να τη διαβάσω απογοητεύτηκα ξανά, καθώς ήταν γραμμένη σε μια γλώσσα άγνωστη σε μένα, μα διαπίστωσα πως ένας μικρός χάρτης, που ήταν ζωγραφισμένος πάνω της, απεικόνιζε την παραλία στην οποία βρισκόμουν και ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μια μυστηριώδη πόλη, κρυμμένη πίσω από τα δέντρα τα οποία βρίσκονταν εκεί κοντά. Έτσι, απερίσκεπτα, ξεκίνησα προς τα εκεί.

Τα βήματά μου με οδήγησαν στην καρδιά του δάσους, μέσα από απόκρημνα μονοπάτια, γκρεμούς, κοιλάδες, στοιχειωμένες λίμνες και οργισμένα ποτάμια. Συνάντησα μοναχά σκιές και ψιθύρους μέσα στις φυλλωσιές, κραυγές ζώων και το τραγούδι της σοφής κουκουβάγιας που με καλούσε να εγκαταλείψω την μάταιη αναζήτησή μου. Όταν η δίψα με τύλιξε, η απόγνωση με αγκάλιασε και η μοναξιά έριξε τα πέπλα της πάνω στο κουρασμένο μου κορμί ξάπλωσα κάτω από ένα δέντρο αποκαμωμένος. «Κάθε δάκρυ μου για λίγο κρασί, κάθε σταγόνα αίματος για ένα δευτερόλεπτο ζωής, κάθε στιγμή αγωνίας για λίγη ηρεμία, κάθε θάνατο για μια νέα αρχή».

Τότε μέσα απ’ τις φυλλωσιές την είδα να πλησιάζει προς το μέρος μου. Το μαλλιά της ανέμιζαν στον άνεμο, το χαμόγελο της θύμιζε το φως της σελήνης μα ήταν ακόμα πιο γλυκό. Τόσο όμορφη ήταν που μέχρι και ο ήλιος θέλησε να τη σεβαστεί και όταν εκείνη εμφανίστηκε μερικά σύννεφα κάλυψαν το βλέμμα του ώστε να μην πέσει αδιάκριτα πάνω της. Ήρθε προς το μέρος μου, με αγκάλιασε και μου είπε με γλυκιά φωνή πως ήταν δίκαιη η ανταλλαγή. Με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε μέσα απ’ τα δέντρα στην πόλη που ο χάρτης δε με βοήθησε να βρω. Την πόλη την έλεγαν πουθενά και εκεί, από την κορυφή ενός λουλουδιασμένου λόφου, μαζί με τη νεράιδα που με δέχτηκε στο βασίλειο της, ατενίζαμε τη θάλασσα να χάνεται μακριά. «Αιώνιες θάλασσες της μοίρας» ψιθύρισα, έκλεισα τα μάτια μου και χάθηκα για πάντα στη ζεστή αγκαλιά της.

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα .

Το βραβευμένο με τιμητική διάκριση διήγημά μου «Το Μπούρτζι στην Ουτρέχτη» το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία διηγημάτων «Ιστορίες για την Ελλάδα» που κυκλοφορεί από το eyelands βρίσκεται πλέον online και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

«Της Σιωπής» (videoclip)

«Της σιωπής»
Σενάριο – σκηνοθεσία: Μιχάλης Ζωντός, Παναγιώτης Ζωντός, Χρύσα Παπασαράντου
Μοντάζ: Χρύσα Παπασαράντου
Μουσική – Ενορχήστρωση – Programming: Μαρία Πανοσιάν

Πιάνο: Μαρία Πανοσιάν
Τσέλο: Δάφνη Φαραζή

Album: «Πατώματα Βρεγμένα»

cd-label: OnAir Music 2011

Concept – directed: Michail Zontos, Panagiotis Zontos, Chrissa Papasarantou
Editing: Chrissa Papasarantou
Music – Instrumentation – Programming: Maria Panosian

Piano: Maria Panosian
Cello: Daphne Farazi

 

Summer Stories

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤο διήγημά μου «Καλοκαιρινή Βροχή» συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία διηγημάτων Summer Stories η οποία κυκλοφορεί απ΄τον ιστότοπο eyelands.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα σχετικά και να προμηθευτείτε το βιβλίο εδώ.